Λεξικό Ασφαλιστικών Όρων

Το Λεξικό Ασφαλιστικών Όρων περιλαμβάνει με αλφαβητικό τρόπο λέξεις και φράσεις που θα συναντήσετε στον ιστότοπο, δίδοντας τον ορισμό τους, ώστε να σας βοηθήσει με έννοιες που πιθανώς να μην είστε εξοικειωμένοι.

- Α -
  • Απαλλαγή

    Επιστροφή στην κορυφή 
    Το μέρος της ζημίας για το οποίο δεν καταβάλλεται αποζημίωση αλλά επιβαρύνεται ο ασφαλισμένος. Σε περίπτωση που το ποσό της ζημίας υπερβαίνει το ποσό της απαλλαγής, καταβάλλεται από την ασφαλιστική εταιρία η διαφορά τους.
  • Αποζημίωση (ασφάλισμα)

    Επιστροφή στην κορυφή 
    Το ποσό που κατά περίπτωση οφείλει να καταβάλει η ασφαλιστική εταιρία προκειμένου να αποκατασταθεί το σύνολο ή μέρος της ζημίας που προήλθε από ζημιογόνο γεγονός που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο.
  • Ασφαλισμένο αυτοκίνητο

    Επιστροφή στην κορυφή 
    Το αυτοκίνητο που περιγράφεται στο ασφαλιστήριο.
  • Ασφαλισμένο κεφάλαιο

    Επιστροφή στην κορυφή 
    Το όριο μέχρι το οποίο ευθύνεται η ασφαλιστική εταιρία κατά περίπτωση ή συνολικά σε περίπτωση επελεύσεως του κινδύνου και αναγράφεται κατά κάλυψη στον πίνακα καλύψεων του ασφαλιστηρίου. Εάν το ασφαλισμένο κεφάλαιο του αυτοκινήτου καλύπτει μέρος της τρεχούσης εμπορικής αξίας του, η αποζημίωση μειώνεται αναλογικά.
  • Ασφαλισμένος

    Επιστροφή στην κορυφή 
    Ο κύριος και ο νόμιμος κάτοχος του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, καθώς και ο νόμιμος οδηγός του, τη στιγμή του ατυχήματος. Ο ασφαλισμένος έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον συμβαλλόμενο.
  • Ασφαλιστήριο

    Επιστροφή στην κορυφή 
    Μέρος της ασφαλιστικής συμβάσεως που περιέχει τους όρους με τους οποίους αναλαμβάνεται η ασφαλιστική κάλυψη από την ασφαλιστική εταιρία.
  • Ασφάλιστρο

    Επιστροφή στην κορυφή 
    Το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται για την παροχή της ασφαλιστικής καλύψεως όπως αυτή ορίζεται στο ασφαλιστήριο.